Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντοκατευθυντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου κατευθύνεται προς όλες τις κατευθύνσεις Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παντοκατευθυντικός < παντο- + κακτευθυντικός ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική omnidirectional)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντοκατευθυντικόςπαντοκατευθυντικήπαντοκατευθυντικό
Γενικήπαντοκατευθυντικούπαντοκατευθυντικήςπαντοκατευθυντικού
Αιτιατικήπαντοκατευθυντικόπαντοκατευθυντικήπαντοκατευθυντικό
Κλητικήπαντοκατευθυντικέπαντοκατευθυντικήπαντοκατευθυντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντοκατευθυντικοίπαντοκατευθυντικέςπαντοκατευθυντικά
Γενικήπαντοκατευθυντικώνπαντοκατευθυντικώνπαντοκατευθυντικών
Αιτιατικήπαντοκατευθυντικούςπαντοκατευθυντικέςπαντοκατευθυντικά
Κλητικήπαντοκατευθυντικοίπαντοκατευθυντικέςπαντοκατευθυντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →