παντουρκικός
•
- ο σχετικός με ολόκληρη την Τουρκία, ή απ΄ όλα τα μέρη της Τουρκίας Βικιλεξικό
- ο σχετικός με τον παντουρκισμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παντουρκικός < παν- + τουρκικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παντουρκικός | παντουρκική | παντουρκικό |
| Γενική | παντουρκικού | παντουρκικής | παντουρκικού |
| Αιτιατική | παντουρκικό | παντουρκική | παντουρκικό |
| Κλητική | παντουρκικέ | παντουρκική | παντουρκικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | παντουρκικοί | παντουρκικές | παντουρκικά |
| Γενική | παντουρκικών | παντουρκικών | παντουρκικών |
| Αιτιατική | παντουρκικούς | παντουρκικές | παντουρκικά |
| Κλητική | παντουρκικοί | παντουρκικές | παντουρκικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →