παντοφλέ
•
- είδος παπουτσιού χωρίς κορδόνια και με χαμηλό τακούνι Βικιλεξικό
- Φορούσαν παλιά παπούτσια παντοφλέ. (Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, Μίλησε, μνήμη, μτφ. Γιώργος Βάρσος, Αθήνα 1997)
Ετυμολογία
παντοφλέ < παντόφλα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →