Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντοφοβικός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που φοβάται (σχεδόν) τα πάντα Βικιλεξικό
    • Για να γίνεται διακριτή αυτή η διαταραχή, αναφέρεται ως παντοφοβία. Ο παντοφοβικός φοβάται τα πάντα. Ο σωστός παντοφοβικός φοβάται τα πάντα πολύ, χωρίς διακρίσεις και διαβαθμίσεις (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 14/11/2009)

Ετυμολογία

παντοφοβικός < παντο- + φοβικός ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλικά pantophobic/pantophobia)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαντοφοβική / παντοφοβικός / παντοφοβικόπαντοφοβικές / παντοφοβικοί / παντοφοβικά
Γενικήπαντοφοβικής / παντοφοβικού / παντοφοβικούπαντοφοβικών / παντοφοβικών / παντοφοβικών
Αιτιατικήπαντοφοβική / παντοφοβικό / παντοφοβικόπαντοφοβικές / παντοφοβικούς / παντοφοβικά
Κλητικήπαντοφοβική / παντοφοβικέ / παντοφοβικόπαντοφοβικές / παντοφοβικοί / παντοφοβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

παντοφοβικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που είναι σχετικός ή αναφέρεται σε υλικό που απωθεί ή δεν απορροφά (σχεδόν) τα πάντα Βικιλεξικό
    • Ερευνητές του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, στις ΗΠΑ, δημιούργησαν «παντοφοβικά» υφάσματα τα οποία με τη βοήθεια μιας «αέρινης» επίστρωσης απωθούν ακόμη και τους πιο δυνατούς «εχθρούς» όπως π.χ. το λάδι, το πετρέλαιο και το οξύ. (εφημερίδα Το Βήμα, 18/1/2013)
  2. αυτός που φοβάται (σχεδόν) τα πάντα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παντοφοβικός < παντο- + φοβικός ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλικά pantophobic/pantophobia)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντοφοβικόςπαντοφοβικήπαντοφοβικό
Γενικήπαντοφοβικούπαντοφοβικήςπαντοφοβικού
Αιτιατικήπαντοφοβικόπαντοφοβικήπαντοφοβικό
Κλητικήπαντοφοβικέπαντοφοβικήπαντοφοβικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαντοφοβικοίπαντοφοβικέςπαντοφοβικά
Γενικήπαντοφοβικώνπαντοφοβικώνπαντοφοβικών
Αιτιατικήπαντοφοβικούςπαντοφοβικέςπαντοφοβικά
Κλητικήπαντοφοβικοίπαντοφοβικέςπαντοφοβικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →