παντοφοβικός
•
- αυτός που φοβάται (σχεδόν) τα πάντα Βικιλεξικό
- Για να γίνεται διακριτή αυτή η διαταραχή, αναφέρεται ως παντοφοβία. Ο παντοφοβικός φοβάται τα πάντα. Ο σωστός παντοφοβικός φοβάται τα πάντα πολύ, χωρίς διακρίσεις και διαβαθμίσεις (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 14/11/2009)
Ετυμολογία
παντοφοβικός < παντο- + φοβικός ((σημασιολογικό δάνειο) αγγλικά pantophobic/pantophobia)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παντοφοβική / παντοφοβικός / παντοφοβικό | παντοφοβικές / παντοφοβικοί / παντοφοβικά |
| Γενική | παντοφοβικής / παντοφοβικού / παντοφοβικού | παντοφοβικών / παντοφοβικών / παντοφοβικών |
| Αιτιατική | παντοφοβική / παντοφοβικό / παντοφοβικό | παντοφοβικές / παντοφοβικούς / παντοφοβικά |
| Κλητική | παντοφοβική / παντοφοβικέ / παντοφοβικό | παντοφοβικές / παντοφοβικοί / παντοφοβικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →