παντρολογιέμαι
•
- βρίσκομαι σε μια πορεία που οδηγεί στο γάμο μου Βικιλεξικό
- έχει σχέση μαζί της τόσα χρόνια και τώρα παντρολογιέται με άλλη
- ψάχνω να βρω σύζυγο Βικιλεξικό
- δεν είναι πράματα αυτά, τώρα στα γεράματα να παντρολογιέμαι
Ετυμολογία
παντρολογιέμαι < παθητική φωνή του παντρολογώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →