Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντρολόγημα

/pan.dɾoˈlo.ʝi.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. οι πράξεις ή διαμεσαλοβήσεις τρίτων ατόμων ώστε να πείσουν κάποιον να παντρευτεί. Βικιλεξικό
    • Νὰ δῇς, Κυρὰ γειτόνισσα, ποὺ πρὶν τοὺς ἕξη μῆνες, θἆχουμε καινούργια παντρολογήματα — εἶπε ἡ Εὐρυδίκη στὴ Χαρζανοπουλίνα, καθὼς περνοῦσε ἡ συνοδεία ἀπ’ τὴ γέφυρα τοῦ Νεκροταφείου — βράδυ πιὰ — ἀπὸ δυὸ-τρεῖς μαζί, σκόρπιοι ἐδῶ κ’ ἐκεῖ… (Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, κεφ. Ζ. (1911))

Ετυμολογία

παντρολόγημα < παντρολογώ, παντρολόγη- + -μα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαντρολόγημαπαντρολογήματα
Γενικήπαντρολογήματοςπαντρολογημάτων
Αιτιατικήπαντρολόγημαπαντρολογήματα
Κλητικήπαντρολόγημαπαντρολογήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →