Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παντός καιρού

/panˈdos ceˈɾu/φράση
•
  1. κατάλληλος για όλες τις καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό
    • ελαστικά παντός καιρού (ρόδες που λειτουργούν ικανοποιητικά σε όλες τις καιρικές συνθήκες)
    • (καταχρηστικά) στον όρο: ελικόπτερο παντός καιρού (για ελικόπτερα που εκτελούν αποστολές μέρα ή νύχτα, αλλά όχι σε ακραίες καιρικές συνθήκες)
  2. κατ’ επέκτασηκατάλληλος για οποιεσδήποτε συνθήκες Βικιλεξικό
    • Αποτελούν ομάδα παντός καιρού, όποιες και να είναι οι συνθήκες συνεχίζουν να εκτελούν την αποστολή τους.
  3. μεταφορικάπου αποδίδει κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες (συχνάειρωνικό) Βικιλεξικό
    • άνθρωπος παντός καιρού, παίκτης παντός καιρού

Ετυμολογία

παντός καιρού → δείτε τη λέξη παντός, γενική ενικού αρσενικού γένους του πας (όπως στην κλίση του αρχαίου πᾶς) & καιρού, γενική ενικού του καιρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →