παντός καιρού
•
- κατάλληλος για όλες τις καιρικές συνθήκες Βικιλεξικό
- ελαστικά παντός καιρού (ρόδες που λειτουργούν ικανοποιητικά σε όλες τις καιρικές συνθήκες)
- (καταχρηστικά) στον όρο: ελικόπτερο παντός καιρού (για ελικόπτερα που εκτελούν αποστολές μέρα ή νύχτα, αλλά όχι σε ακραίες καιρικές συνθήκες)
- κατ’ επέκτασηκατάλληλος για οποιεσδήποτε συνθήκες Βικιλεξικό
- Αποτελούν ομάδα παντός καιρού, όποιες και να είναι οι συνθήκες συνεχίζουν να εκτελούν την αποστολή τους.
- μεταφορικάπου αποδίδει κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες (συχνάειρωνικό) Βικιλεξικό
- άνθρωπος παντός καιρού, παίκτης παντός καιρού
Ετυμολογία
παντός καιρού → δείτε τη λέξη παντός, γενική ενικού αρσενικού γένους του πας (όπως στην κλίση του αρχαίου πᾶς) & καιρού, γενική ενικού του καιρός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →