παντόφλα
•
- υπόδησητύπος υποδήματος ανοιχτού, συνήθως αλλ' όχι πάντα στο πίσω μέρος· φοριέται μέσα στο σπίτι, χωρίς κάλτσες συνήθως και είναι πολύ βολική Βικιλεξικό
- αργκότύπος μικρού ανοιχτού οχηματαγωγού πλοίου για κοντινές αποστάσεις, το οποίο ονομάστηκε έτσι λόγω του ανοιχτού καταστρώματός του που θυμίζει παντόφλα Βικιλεξικό
- αργκόμικρό αποβατικό σκάφος (σχήματος ανάλογου με αυτό που περιγράφεται αμέσως παραπάνω) Βικιλεξικό
- αργκόπορτοφόλι, συνήθως δερμάτινο πορτοφόλι για ψιλά, λόγω του σχήματός του όταν είναι ανοιχτό Βικιλεξικό
- Εμείς τρώμε τα λάχανα, τσιμπούμε τις παντόφλες, / για να μας βλέπουν τακτικά της φυλακής οι πόρτες (από το τραγούδι του Βαγγέλη Παπάζογλου "Κάτω στα λεμονάδικα")
- αργκόογκώδες κινητό τηλέφωνο, παλαιάς τεχνολογίας (υπονοείται μεγάλο μέγεθος, αντίστοιχο με εκείνο της πραγματικής παντόφλας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παντόφλα < (άμεσο δάνειο) ιταλική pantofola (ανομοίωση του δεύτερου [o] ή διάλεκτος: pantofla). Κατά τον Μπαμπινιώτη, δεν φαίνεται να ευσταθεί η δημοφιλής άποψη προέλευσης από υποθετικό μεσαιωνικό τύπο *παντό-φελλον (εξ ολοκλήρου από φελλό). Αναφέρει και προτάσεις όπως η παλαιά γαλλική panne (κομμάτι πανί) ή το διαλεκτικό γαλλικό patte (γάμπα).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παντόφλα | παντόφλες |
| Γενική | παντόφλας | — |
| Αιτιατική | παντόφλα | παντόφλες |
| Κλητική | παντόφλα | παντόφλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →