πανωβελονιά
•
- είδος ραψίματος και κεντήματος, σε αντιδιαστολή προς την σταυροβελονιά Βικιλεξικό
- Το τσουβάλι θέλει πανωβελονιά
Ετυμολογία
πανωβελονιά < πάνω + βελονιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανωβελονιά | πανωβελονιές |
| Γενική | πανωβελονιάς | πανωβελονιών |
| Αιτιατική | πανωβελονιά | πανωβελονιές |
| Κλητική | πανωβελονιά | πανωβελονιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →