πανωπροίκι
•
- κυριολεκτικάπεριουσία που δίνονταν στο νέο ζευγάρι ή τον γαμπρό επιπλέον της συμφωνημένης προίκας Βικιλεξικό
- Τρεις χρόνους γράφουν τα προικιά και τρεις τα πανωπροίκια, Κωνσταντάκη μου. (Από δημοτικό τραγούδι του Ζαγορίου)
- μεταφορικάεπιπλέον προμήθεια Βικιλεξικό
- Με μπόνους (κοινώς «πανωπροίκια») 353 εκατ. ευρώ προς τους μεγαλοεργολάβους που θα πληρώσει ο ελληνικός λαός και με ιδιωτικά συμφωνητικά που υπογράφηκαν από την κυβέρνηση και τις κοινοπραξίες, αναμένεται να επανεκκινήσουν τα «παγωμένα» εδώ και 2,5 χρόνια τέσσερα έργα των αυτοκινητοδρόμων (Ολυμπία Οδός, Αιγαίου, Κεντρικής Ελλάδας, Ιονία Οδός). (*)
Ετυμολογία
πανωπροίκι < πάνω + προίκα + -ι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανωπροίκι | πανωπροίκια |
| Γενική | πανωπροικιού | πανωπροικιών |
| Αιτιατική | πανωπροίκι | πανωπροίκια |
| Κλητική | πανωπροίκι | πανωπροίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →