πανωσέντονο
•
- το σεντόνι που στρώνεται στο κρεβάτι μόνο του ή κάτω από κουβέρτα και με το οποίο σκεπάζεται κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανωσέντονο < πάνω + σεντόνι + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανωσέντονο | πανωσέντονα |
| Γενική | πανωσέντονου | πανωσέντονων |
| Αιτιατική | πανωσέντονο | πανωσέντονα |
| Κλητική | πανωσέντονο | πανωσέντονα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →