Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανωτόκι

/pa.noˈto.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λαϊκότροποτόκος, που δεν έχει πληρωθεί και κεφαλαιοποιείται, με αποτέλεσμα να ξανατοκίζεται Βικιλεξικό
    • Στοπ στα πανωτόκια σε στεγαστικά, καταναλωτικά δάνεια και κάρτες βάζει νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση για την προστασία του καταναλωτή... (Απαγορευτικό για πανωτόκια, γκρίζους όρους, Τα Νέα, 31 Οκτ. 2009)

Ετυμολογία

πανωτόκι < πανω- + τόκ(ος) + -ι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανωτόκιπανωτόκια
Γενική——
Αιτιατικήπανωτόκιπανωτόκια
Κλητικήπανωτόκιπανωτόκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →