Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανωφόρι

/pa.noˈfo.ɾi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ενδυμασίαρούχο που φοριέται πάνω από κάτι άλλο (π.χ. ζακέτα, παλτό κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Κι ο εκκλησιάρης, ένα γεροντάκι κοντοστούπικο μ’ ένα πανωφόρι που τόσερνε στις πλάκες, πράσινο απ’ την παλιοσύνη κι όλο κεριά σαν τον ουρανό με τάστρα
    • Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα.

Ετυμολογία

πανωφόρι < μεσαιωνική ελληνική πανωφόρι < αρχαία ελληνική ἐπάνω + φέρω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανωφόριπανωφόρια
Γενικήπανωφοριούπανωφοριών
Αιτιατικήπανωφόριπανωφόρια
Κλητικήπανωφόριπανωφόρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →