Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανόδετος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. δεμένος με πανί Βικιλεξικό
  2. για βιβλίο ή τόμο που έχει εξώφυλλο επικαλυμμένο με ειδικό ύφασμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανόδετος < πανί + -δετός (< δένω) :: Η λέξη μαρτυρείται από το 1892

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανόδετοςπανόδετηπανόδετο
Γενικήπανόδετουπανόδετηςπανόδετου
Αιτιατικήπανόδετοπανόδετηπανόδετο
Κλητικήπανόδετεπανόδετηπανόδετο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανόδετοιπανόδετεςπανόδετα
Γενικήπανόδετωνπανόδετωνπανόδετων
Αιτιατικήπανόδετουςπανόδετεςπανόδετα
Κλητικήπανόδετοιπανόδετεςπανόδετα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →