Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανόσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. πολύ όσιος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πανόσιος < παν +όσιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανόσιοςπανόσιαπανόσιο
Γενικήπανόσιουπανόσιαςπανόσιου
Αιτιατικήπανόσιοπανόσιαπανόσιο
Κλητικήπανόσιεπανόσιαπανόσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπανόσιοιπανόσιεςπανόσια
Γενικήπανόσιωνπανόσιωνπανόσιων
Αιτιατικήπανόσιουςπανόσιεςπανόσια
Κλητικήπανόσιοιπανόσιεςπανόσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →