πανύψηλος
•
- επιτατικό επίθετοπάρα πολύ ψηλός, υπερθετικός του ψηλός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πανύψηλος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πανύψηλος < παν- + ὑψηλ(ός) + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανύψηλος | πανύψηλη | πανύψηλο |
| Γενική | πανύψηλου | πανύψηλης | πανύψηλου |
| Αιτιατική | πανύψηλο | πανύψηλη | πανύψηλο |
| Κλητική | πανύψηλε | πανύψηλη | πανύψηλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | πανύψηλοι | πανύψηλες | πανύψηλα |
| Γενική | πανύψηλων | πανύψηλων | πανύψηλων |
| Αιτιατική | πανύψηλους | πανύψηλες | πανύψηλα |
| Κλητική | πανύψηλοι | πανύψηλες | πανύψηλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →