Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πανώγραμμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διεύθυνση που είναι γραμμένη σ’ ένα γράμμα ή κάποιο δέμα Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: επανώγραμμα, απανώγραμμα
  2. επιγραφή που έχει γραφεί πάνω σε μάρμαρο κ.λπ. Βικιλεξικό
    • άλλες μορφές: απανωγραφή, επανωγραφή, πανωγραφή

Ετυμολογία

πανώγραμμα < πάνω + γράμμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπανώγραμμαπανωγράμματα
Γενικήπανωγράμματοςπανωγραμμάτων
Αιτιατικήπανώγραμμαπανωγράμματα
Κλητικήπανώγραμμαπανωγράμματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →