πανώγραμμα
•
- η διεύθυνση που είναι γραμμένη σ’ ένα γράμμα ή κάποιο δέμα Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: επανώγραμμα, απανώγραμμα
- επιγραφή που έχει γραφεί πάνω σε μάρμαρο κ.λπ. Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: απανωγραφή, επανωγραφή, πανωγραφή
Ετυμολογία
πανώγραμμα < πάνω + γράμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πανώγραμμα | πανωγράμματα |
| Γενική | πανωγράμματος | πανωγραμμάτων |
| Αιτιατική | πανώγραμμα | πανωγράμματα |
| Κλητική | πανώγραμμα | πανωγράμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →