παξιμαδιάζω
•
- μεταβατικό και αμετάβατοφρυγανίζω ψωμί, ώστε να το μετατρέψω σε παξιμάδι Βικιλεξικό
- μεταβατικό και αμετάβατογίνομαι σκληρός ή ξερός όπως είναι το παξιμάδι, πετσιάζω Βικιλεξικό
- μεταβατικό και αμετάβατογίνομαι ισχνός, μαραίνομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παξιμαδιάζω < παξιμάδι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παξιμαδιάζω | παξιμαδιάζεις | παξιμαδιάζει | παξιμαδιάζουμε | παξιμαδιάζετε | παξιμαδιάζουν / παξιμαδιάζουνε |
| Παρατατικός | παξιμάδιαζα | παξιμάδιαζες | παξιμάδιαζε | παξιμαδιάζαμε | παξιμαδιάζατε | παξιμάδιαζαν / παξιμαδιάζαν / παξιμαδιάζανε |
| Αόριστος | παξιμάδιασα | παξιμάδιασες | παξιμάδιασε | παξιμαδιάσαμε | παξιμαδιάσατε | παξιμάδιασαν / παξιμαδιάσαν / παξιμαδιάσανε |
| Μέλλοντας | θα παξιμαδιάζω / θα παξιμαδιάσω | θα παξιμαδιάζεις / θα παξιμαδιάσεις | θα παξιμαδιάζει / θα παξιμαδιάσει | θα παξιμαδιάζουμε / θα παξιμαδιάσουμε | θα παξιμαδιάζετε / θα παξιμαδιάσετε | θα παξιμαδιάζουν / θα παξιμαδιάζουνε / θα παξιμαδιάσουν / θα παξιμαδιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παξιμαδιάσει | έχεις παξιμαδιάσει | έχει παξιμαδιάσει | έχουμε παξιμαδιάσει | έχετε παξιμαδιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παξιμαδιάσει | είχες παξιμαδιάσει | είχε παξιμαδιάσει | είχαμε παξιμαδιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παξιμαδιάσει / να παξιμαδιάζω / να παξιμαδιάσω | να έχεις παξιμαδιάσει / να παξιμαδιάζεις / να παξιμαδιάσεις | να έχει παξιμαδιάσει / να παξιμαδιάζει / να παξιμαδιάσει | να έχουμε παξιμαδιάσει / να παξιμαδιάζουμε / να παξιμαδιάσουμε | να έχετε παξιμαδιάσει / να παξιμαδιάζετε / να παξιμαδιάσετε | να παξιμαδιάζουν / να παξιμαδιάζουνε / να παξιμαδιάσουν / να παξιμαδιάσουνε |
| Προστακτική | — | παξιμάδιαζε / παξιμάδιασε | — | — | παξιμαδιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
παξιμαδιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →