παπάζι
•
- το κορδόνι που συνδέει τη φούντα με το φέσι Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη φούντα του φεσιού, ιδίως των ναυτικών Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο φέσι, ιδίως αυτό που φορούν γυναίκες Βικιλεξικό
- όταν βάζεις το παπάζι / με τη φούντα τη χρυσή / τρέμει ο ουρανός να πέσει / με τ' αστέρια του μαζί (Γιώργος Μπάτης, «Γυφτοπούλα», ρεμπέτικο του 1934)
- ναυτικός όροςνηματική σφουγγαρίστρα (που μοιάζει με αλογοουρά) που χρησιμοποιείται στο κατάστρωμα πλοίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπάζι < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπάζι | παπάζια |
| Γενική | παπαζιού | παπαζιών |
| Αιτιατική | παπάζι | παπάζια |
| Κλητική | παπάζι | παπάζια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →