Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπάκης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επτανησιακόο μπαμπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπάκης < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπάκηςπαπάκηδες
Γενικήπαπάκηπαπάκηδων
Αιτιατικήπαπάκηπαπάκηδες
Κλητικήπαπάκηπαπάκηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →