Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπάκι

/paˈpa.ci/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η μικρή πάπια Βικιλεξικό
  2. μικρή μοτοσικλέτα (συχνά με κινητήρα 50 κυβικών) που φέρει μπροστινή προστατευτική ποδιά Βικιλεξικό
  3. προφορικότο σύμβολο @ στις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπάκι < παπ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπάκιπαπάκια
Γενική——
Αιτιατικήπαπάκιπαπάκια
Κλητικήπαπάκιπαπάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →