παπάκι
•
- η μικρή πάπια Βικιλεξικό
- μικρή μοτοσικλέτα (συχνά με κινητήρα 50 κυβικών) που φέρει μπροστινή προστατευτική ποδιά Βικιλεξικό
- προφορικότο σύμβολο @ στις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπάκι < παπ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπάκι | παπάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παπάκι | παπάκια |
| Κλητική | παπάκι | παπάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →