Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπάρας

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άνθρωπος που λέει λόγια κενά περιεχομένου, κενολόγος, ανόητος Βικιλεξικό
    • Θα γίνω όμως, παίδες, και άμα γίνω, δεν θέλω να βγει κάνας παπάρας και να μου πει ότι δεν μπορώ να διεκδικήσω […]

Ετυμολογία

* παπάρας < παπάρα (φαγητό από βρεγμένο ψωμί, πιάτο των Βαλκανίων)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπάραςπαπάρες
Γενικήπαπάραπαπαρών
Αιτιατικήπαπάραπαπάρες
Κλητικήπαπάραπαπάρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →