Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπάτζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η προσπάθεια που κάνει κάποιος για να κρύψει την άγνοια ή την ημιμάθειά του γύρω από ένα θέμα Βικιλεξικό
    • Μη μου πουλάς παπάτζες, ξέρω από αυτοκίνητα.
  2. η προσπάθεια κάποιου να παρουσιαστεί καλύτερος από ό,τι είναι, ώστε να επιτύχει κάποιον σκοπό Βικιλεξικό
  3. το αποτέλεσμα μιας βιαστικής και πρόχειρης προσπάθειας ολοκλήρωσης ενός έργου Βικιλεξικό
    • Δεν προλαβαίνω μέχρι αύριο να γράψω την εργασία, θα κάνω μια παπάτζα.

Ετυμολογία

παπάτζα < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπάτζαπαπάτζες
Γενικήπαπάτζαςπαπάτζων
Αιτιατικήπαπάτζαπαπάτζες
Κλητικήπαπάτζαπαπάτζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →