παπάτζα
•
- η προσπάθεια που κάνει κάποιος για να κρύψει την άγνοια ή την ημιμάθειά του γύρω από ένα θέμα Βικιλεξικό
- Μη μου πουλάς παπάτζες, ξέρω από αυτοκίνητα.
- η προσπάθεια κάποιου να παρουσιαστεί καλύτερος από ό,τι είναι, ώστε να επιτύχει κάποιον σκοπό Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα μιας βιαστικής και πρόχειρης προσπάθειας ολοκλήρωσης ενός έργου Βικιλεξικό
- Δεν προλαβαίνω μέχρι αύριο να γράψω την εργασία, θα κάνω μια παπάτζα.
Ετυμολογία
παπάτζα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπάτζα | παπάτζες |
| Γενική | παπάτζας | παπάτζων |
| Αιτιατική | παπάτζα | παπάτζες |
| Κλητική | παπάτζα | παπάτζες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →