Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπίσιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεαι ή θυμίζει παπί, την πάπια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπίσιος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπίσιοςπαπίσιαπαπίσιο
Γενικήπαπίσιουπαπίσιαςπαπίσιου
Αιτιατικήπαπίσιοπαπίσιαπαπίσιο
Κλητικήπαπίσιεπαπίσιαπαπίσιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπίσιοιπαπίσιεςπαπίσια
Γενικήπαπίσιωνπαπίσιωνπαπίσιων
Αιτιατικήπαπίσιουςπαπίσιεςπαπίσια
Κλητικήπαπίσιοιπαπίσιεςπαπίσια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →