παπαγαλάκι
•
- μικρός παπαγάλος Βικιλεξικό
- είδος μικρόσωμων πουλιών (Melopsittacus undulatus) που ανήκουν στους παπαγάλους Βικιλεξικό
- εργαλείο χειρός Βικιλεξικό
- γκαζοτανάλια
- μεταφορικάάτομο που διαδίδει διάφορες, αγνώστου ποιότητας, πληροφορίες στους χρηματιστηριακούς κύκλους με σκοπό την παραποίηση της τιμής των μετοχών (συνήθως στον πληθυντικό, για ομάδα τέτοιων ατόμων) Βικιλεξικό
- μικρός ανυψωτικός γερανός ενσωματωμένος σε φορτηγό Βικιλεξικό
- Οι γερανοί «παπαγάλοι» ή «παπαγαλάκια» όπως είναι η επικρατούσα ονομασία τους, είναι υδραυλικοί τηλεσκοπικοί γερανοί πολλαπλών χρήσεων οι οποίοι επικάθονται σε φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούνται για την φορτοεκφόρτωση, ανύψωση και ταυτόχρονη μεταφορά φορτίων. (ανακτήθηκε την 1/12/2022 https://web.archive.org/web/20221201164834/https://www.marnelakis.com/services.php?view=6)
Ετυμολογία
παπαγαλάκι < υποκοριστικό του παπαγάλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαγαλάκι | παπαγαλάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | παπαγαλάκι | παπαγαλάκια |
| Κλητική | παπαγαλάκι | παπαγαλάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →