Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπαγαλάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μικρός παπαγάλος Βικιλεξικό
  2. είδος μικρόσωμων πουλιών (Melopsittacus undulatus) που ανήκουν στους παπαγάλους Βικιλεξικό
  3. εργαλείο χειρός Βικιλεξικό
    • γκαζοτανάλια
  4. μεταφορικάάτομο που διαδίδει διάφορες, αγνώστου ποιότητας, πληροφορίες στους χρηματιστηριακούς κύκλους με σκοπό την παραποίηση της τιμής των μετοχών (συνήθως στον πληθυντικό, για ομάδα τέτοιων ατόμων) Βικιλεξικό
  5. μικρός ανυψωτικός γερανός ενσωματωμένος σε φορτηγό Βικιλεξικό
    • Οι γερανοί «παπαγάλοι» ή «παπαγαλάκια» όπως είναι η επικρατούσα ονομασία τους, είναι υδραυλικοί τηλεσκοπικοί γερανοί πολλαπλών χρήσεων οι οποίοι επικάθονται σε φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούνται για την φορτοεκφόρτωση, ανύψωση και ταυτόχρονη μεταφορά φορτίων. (ανακτήθηκε την 1/12/2022 https://web.archive.org/web/20221201164834/https://www.marnelakis.com/services.php?view=6)

Ετυμολογία

παπαγαλάκι < υποκοριστικό του παπαγάλος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπαγαλάκιπαπαγαλάκια
Γενική——
Αιτιατικήπαπαγαλάκιπαπαγαλάκια
Κλητικήπαπαγαλάκιπαπαγαλάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →