παπαγαλιστί
•
- παπαγαλίζοντας, κατά λέξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαγαλιστί < παπαγάλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
παπαγαλιστί < παπαγάλος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →