παπαδίτσα
•
- πτηνότρυποφράχτης Βικιλεξικό
- είδος εντόμου, πασχαλίτσα Βικιλεξικό
- φυτόείδος φυτού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαδίτσα < παπάς + -ίτσα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαδίτσα | παπαδίτσες |
| Γενική | παπαδίτσας | — |
| Αιτιατική | παπαδίτσα | παπαδίτσες |
| Κλητική | παπαδίτσα | παπαδίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →