Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπαδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον παπά ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπαπαδική Βικιλεξικό
  3. ουσιαστικοποιημένοπαπαδικό Βικιλεξικό
  4. ουσιαστικοποιημένοπαπαδικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπαδικός < μεσαιωνική ελληνική παπαδικός < παπάς

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπαδικόςπαπαδικήπαπαδικό
Γενικήπαπαδικούπαπαδικήςπαπαδικού
Αιτιατικήπαπαδικόπαπαδικήπαπαδικό
Κλητικήπαπαδικέπαπαδικήπαπαδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπαδικοίπαπαδικέςπαπαδικά
Γενικήπαπαδικώνπαπαδικώνπαπαδικών
Αιτιατικήπαπαδικούςπαπαδικέςπαπαδικά
Κλητικήπαπαδικοίπαπαδικέςπαπαδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →