παπαδοκόρη
•
- η κόρη ενός παπά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαδοκόρη < παπάς (πληθυντικός: παπάδ(ες)) + κόρη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαδοκόρη | παπαδοκόρες |
| Γενική | παπαδοκόρης | — |
| Αιτιατική | παπαδοκόρη | παπαδοκόρες |
| Κλητική | παπαδοκόρη | παπαδοκόρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →