Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπανδρεϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με πολιτικό με το όνομα Παπανδρέου, με την πολιτική του γραμμή, ή το κόμμα του Βικιλεξικό
    • παπανδρεϊκή πολιτική
    • (θηλυκό παπανδρεϊκή)
  2. που είναι οπαδός πολιτικού με το όνομα Παπανδρέου Βικιλεξικό
    • θηλυκό: παπανδρεϊκή και παπανδρεϊκιά

Ετυμολογία

παπανδρεϊκός < Παπανδέ(ου) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπανδρεϊκόςπαπανδρεϊκή / παπανδρεϊκιάπαπανδρεϊκό
Γενικήπαπανδρεϊκούπαπανδρεϊκής / παπανδρεϊκιάςπαπανδρεϊκού
Αιτιατικήπαπανδρεϊκόπαπανδρεϊκή / παπανδρεϊκιάπαπανδρεϊκό
Κλητικήπαπανδρεϊκέπαπανδρεϊκή / παπανδρεϊκιάπαπανδρεϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπανδρεϊκοίπαπανδρεϊκέςπαπανδρεϊκά
Γενικήπαπανδρεϊκώνπαπανδρεϊκώνπαπανδρεϊκών
Αιτιατικήπαπανδρεϊκούςπαπανδρεϊκέςπαπανδρεϊκά
Κλητικήπαπανδρεϊκοίπαπανδρεϊκέςπαπανδρεϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →