παπαρδέλα
•
- ανοησία, φλυαρία Βικιλεξικό
- ποπκόρν Βικιλεξικό
- ζυμαρικό Βικιλεξικό
- παπάρι, μειωτικά μαλακό και όχι σε στύση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαρδέλα < ιταλικά: pappardella (λαζάνι) (συνήθως πληθυντικός pappardelle: `λαζάνια΄)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαρδέλα | παπαρδέλες |
| Γενική | παπαρδέλας | παπαρδελών |
| Αιτιατική | παπαρδέλα | παπαρδέλες |
| Κλητική | παπαρδέλα | παπαρδέλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →