παπαριά
•
- χυδαίοχαζά λόγια, κουτές ιδέες Βικιλεξικό
- Ποτέ και κανένας δεν είχε υπεκφύγει την ουσία μιας ερώτησης με τόσα πολλά φούμαρα. Είναι παραπάνω από προφανές, εάν δεν έχεις τη νοημοσύνη σαλαμάνδρας, πως ούτε η αγάπη, ούτε η θέληση, ούτε η ευτυχία, ούτε καμία άλλη παπαριά ήταν υπεύθυνη για τη διάρροια δύο χιλιάδων τριακοσίων σελίδων. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
- χυδαίοκουταμάρα, βλακεία, μέγα σφάλμα, ανουσιότητα, μαλακία, χαζομάρα Βικιλεξικό
- «Τι βλέπεις εσύ; τι παριστάνουν αυτά;» ρώτησε ο Άρης τη Λία - ακόμα ζευγάρι τότε - όταν, στην γκαλερί, στάθηκαν μπροστά στην εγκατάσταση του Αμερικανού καλλιτέχνη που εκείνη έβρισκε ό,τι πιο μοντέρνο και ευρηματικό και όχι, όπως εκείνος, «μια παπαριά». (Ντορίνα Παπαλιού, Η φωνή στα χέρια της, εκδ. Ίκαρος, 2024)
- χυδαίοάτσαλη ενέργεια, σφάλμα, αγαρμποσύνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπαριά < παπάρι + -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπαριά | παπαριές |
| Γενική | παπαριάς | παπαριών |
| Αιτιατική | παπαριά | παπαριές |
| Κλητική | παπαριά | παπαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →