Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπαρούνα

/pa.paˈru.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λουλούδιαγριολούλουδο με κόκκινα πέταλα Βικιλεξικό
    • Η στοχαστική παρομοίωση της παπαρούνας στην Ιλιάδα, ραψωδία Θʹ, 306–308: (…) Κι ως γέρνει το λουλούδι της στον κήπο η παπαρούνα, που τη νότισε η ανοιξιάτικη πρωινή δροσιά και βάρυνε, έτσι, και το κεφάλι του όμοια έγειρε, βαρύ ο Γοργυθίων. (…) Το βάρος πια δεν άντεχε της περικεφαλαίας κι πλάγιασε στον ώμο του όπως η παπαρούνα που βάρυνε απ’ τη δροσιά στο πρωινό απόι κι έγειρε το λουλούδι της το χώμα να κοιτάζει. (www.efsyn.gr, 29.05.2023)

Ετυμολογία

παπαρούνα < μεσαιωνική ελληνική παπαρούνα < παπαρίνα < (διαλεκτική) ιταλική paparina < λατινική papaver (παπαρούνα) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wr̥ (φωτιά)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαπαρούναπαπαρούνες
Γενικήπαπαρούναςπαπαρουνών
Αιτιατικήπαπαρούναπαπαρούνες
Κλητικήπαπαρούναπαπαρούνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →