παπατζής
•
- πλανόδιος που παίζει το απατεωνίστικο παιχνίδι του παπά προκαλώντας τη συμμετοχή των περαστικών Βικιλεξικό
- Ο Τσιφόρος ονόμαζε λαμόγια τους αβανταδόρους, αυτούς τους συνεργάτες των παπατζήδων, που με το δήθεν επιτυχημένο ποντάρισμά τους στο παιχνίδι προσέλκυαν τα κορόιδα, για να τα ξαλαφρώσει ο παπατζής από τα λεφτουδάκια τους. (Λαμόγιο, Η εφημερίδα των συντακτών, 11/05/2019, https://www.efsyn.gr/nisides/194753_lamogio)
- μεταφορικάο απατεώνας, ο αγύρτης, το λαμόγιο, ο αφερέγγυος άνθρωπος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπατζής < παπάς (παίγνιο απατεώνων) + -τζής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπατζής | παπατζήδες |
| Γενική | παπατζή | παπατζήδων |
| Αιτιατική | παπατζή | παπατζήδες |
| Κλητική | παπατζή | παπατζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →