Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χριστιανισμόςπου ανήκει, αναφέρεται σε ή χαρακτηρίζει τον Πάπα της Ρώμης Βικιλεξικό
  2. ως ουσιαστικόο καθολικός, αυτός που ακολουθεί την καθολική εκκλησία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παπικός < πάπ(ας) + -ικός, (μεταφραστικό δάνειο) μεσαιωνική λατινική papalis. Διαφορετικό το ελληνιστικό παππικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπικόςπαπικήπαπικό
Γενικήπαπικούπαπικήςπαπικού
Αιτιατικήπαπικόπαπικήπαπικό
Κλητικήπαπικέπαπικήπαπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπικοίπαπικέςπαπικά
Γενικήπαπικώνπαπικώνπαπικών
Αιτιατικήπαπικούςπαπικέςπαπικά
Κλητικήπαπικοίπαπικέςπαπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →