παπλωματού
•
- επάγγελμαθηλυκό του παπλωματάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπλωματού < παπλωματ(άς) + κατάληξη θηλυκού -ού
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπλωματού | παπλωματούδες |
| Γενική | παπλωματούς | παπλωματούδων |
| Αιτιατική | παπλωματού | παπλωματούδες |
| Κλητική | παπλωματού | παπλωματούδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →