Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παποριά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ναυτικός όροςμέση συμβατική ποσότητα ατόμων η φορτίου μιας μεταφοράς με παπόρι. Βικιλεξικό
    • τα αυτοκίνητα που περιμένουν στο λιμάνι είναι δύο παποριές, δεν θα φορτωθούν όλα σ΄ αυτό το δρομολόγιο

Ετυμολογία

παποριά < παπόρι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαποριάπαποριές
Γενικήπαποριάςπαποριών
Αιτιατικήπαποριάπαποριές
Κλητικήπαποριάπαποριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →