παποσύνη
•
- το αξίωμα του πάπα της Ρώμης Βικιλεξικό
- οι πάπες της Ρώμης ως σύνολο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παποσύνη < παπ(ας) + -οσύνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παποσύνη | παποσύνες |
| Γενική | παποσύνης | παποσυνών |
| Αιτιατική | παποσύνη | παποσύνες |
| Κλητική | παποσύνη | παποσύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →