παπουτσάδικο
•
- υπόδησητσαγκάρικο, υποδηματοποιείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπουτσάδικο < παπουτσ(ής) + -άδικο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παπουτσάδικο | παπουτσάδικα |
| Γενική | παπουτσάδικου | παπουτσάδικων |
| Αιτιατική | παπουτσάδικο | παπουτσάδικα |
| Κλητική | παπουτσάδικο | παπουτσάδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →