παπουτσώνω
•
- οικείοφοράω σε κάποιον παπούτσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παπουτσώνω < μεσαιωνική ελληνική παπουτσώνω < παπούτσι + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | παπουτσώνω | παπουτσώνεις | παπουτσώνει | παπουτσώνουμε | παπουτσώνετε | παπουτσώνουν / παπουτσώνουνε |
| Παρατατικός | παπούτσωνα | παπούτσωνες | παπούτσωνε | παπουτσώναμε | παπουτσώνατε | παπουτσώναν / παπουτσώνανε / παπούτσωναν |
| Αόριστος | παπούτσωσα | παπούτσωσες | παπούτσωσε | παπουτσώσαμε | παπουτσώσατε | παπουτσώσαν / παπουτσώσανε / παπούτσωσαν |
| Μέλλοντας | θα παπουτσώνω / θα παπουτσώσω | θα παπουτσώνεις / θα παπουτσώσεις | θα παπουτσώνει / θα παπουτσώσει | θα παπουτσώνουμε / θα παπουτσώσουμε | θα παπουτσώνετε / θα παπουτσώσετε | θα παπουτσώνουν / θα παπουτσώνουνε / θα παπουτσώσουν / θα παπουτσώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω παπουτσώσει | έχεις παπουτσώσει | έχει παπουτσώσει | έχουμε παπουτσώσει | έχετε παπουτσώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα παπουτσώσει | είχες παπουτσώσει | είχε παπουτσώσει | είχαμε παπουτσώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω παπουτσώσει / να παπουτσώνω / να παπουτσώσω | να έχεις παπουτσώσει / να παπουτσώνεις / να παπουτσώσεις | να έχει παπουτσώσει / να παπουτσώνει / να παπουτσώσει | να έχουμε παπουτσώσει / να παπουτσώνουμε / να παπουτσώσουμε | να έχετε παπουτσώσει / να παπουτσώνετε / να παπουτσώσετε | να παπουτσώνουν / να παπουτσώνουνε / να παπουτσώσουν / να παπουτσώσουνε |
| Προστακτική | — | παπούτσωνε / παπούτσωσε | — | — | παπουτσώνετε / παπουτσώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →