Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παππάς

/paˈpas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. άλλη γραφή του παπάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παππάς < → δείτε τη λέξη παπάς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαππάςπαππάδες
Γενικήπαππάπαππάδων
Αιτιατικήπαππάπαππάδες
Κλητικήπαππάπαππάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →