Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παπυρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον πάπυρο Βικιλεξικό
    • παπυρικά αποσπάσματα

Ετυμολογία

παπυρικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπυρικόςπαπυρικήπαπυρικό
Γενικήπαπυρικούπαπυρικήςπαπυρικού
Αιτιατικήπαπυρικόπαπυρικήπαπυρικό
Κλητικήπαπυρικέπαπυρικήπαπυρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαπυρικοίπαπυρικέςπαπυρικά
Γενικήπαπυρικώνπαπυρικώνπαπυρικών
Αιτιατικήπαπυρικούςπαπυρικέςπαπυρικά
Κλητικήπαπυρικοίπαπυρικέςπαπυρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →