παρά πρωτοδίκαις
•
- νομικός όροςχαρακτηρισμός δικηγόρου που ασκεί ένδικα μέσα σε πρωτοδικεία Βικιλεξικό
- νομικός όροςτο δικαίωμα παράστασης δικηγόρου σε ειρηνοδικεία και πρωτοδικεία Βικιλεξικό
- δικηγόρος παρά πρωτοδίκαις (πρώτος βαθμός διάκρισης - εξέλιξης των δικηγόρων)
Ετυμολογία
παρά πρωτοδίκαις < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παρὰ πρωτοδίκαις → δείτε τις λέξεις παρά και πρωτοδίκαις (δοτική πληθυντικού του πρωτοδίκης)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →