παράβολο
•
- το χρηματικό ποσό που πληρώνει ένας πολίτης προς το δημόσιο ώστε να μπορεί να ζητήσει από αυτό την έκδοση ενός εγγράφου ή να ασκήσει κάποιο άλλο δικαίωμά του Βικιλεξικό
- το έντυπο που αποδεικνύει την καταβολή αυτού του ποσού και το οποίο πρέπει να κατατεθεί μαζί με άλλα δικαιολογητικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράβολο < αρχαία ελληνική παράβολον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράβολο | παράβολα |
| Γενική | παράβολου / παραβόλου | παράβολων / παραβόλων |
| Αιτιατική | παράβολο | παράβολα |
| Κλητική | παράβολο | παράβολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →