Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράγων

ρήμα, αρσενικό
•
  1. λόγιοπου παράγει Βικιλεξικό
    • η Επιτροπή θεωρεί την Ινδία κατάλληλη ανάλογη χώρα, επειδή η μοναδική άλλη παράγουσα χώρα εκτός της Ένωσης, η Ιαπωνία, έχει μονοπωλιακή αγορά […] (eur-lex.europa.eu, Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1043/2011 L275)

Ετυμολογία

παράγων < (λόγιο) μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος παράγω. Η ουσιαστικοποιημένη, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική factor ή γαλλική facteur

Άλλοι τύποι

παράγονπαράγονταπαράγονταςπαράγοντεςπαράγοντοςπαράγουσαπαράγουσαςπαράγουσεςπαράγωνπαραγουσώνπαραγούσηςπαραγόντων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →