Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράλογος

/paˈɾa.lo.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν σκέφτεται λογικά Βικιλεξικό
    • μη γίνεσαι παράλογος
  2. που είναι αντίθετος με τη λογική Βικιλεξικό
    • έχεις υπερβολικές και παράλογες απαιτήσεις

Ετυμολογία

παράλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράλογος, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική irrationnel. Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + λόγος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράλογοςπαράλογηπαράλογο
Γενικήπαράλογουπαράλογηςπαράλογου
Αιτιατικήπαράλογοπαράλογηπαράλογο
Κλητικήπαράλογεπαράλογηπαράλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράλογοιπαράλογεςπαράλογα
Γενικήπαράλογωνπαράλογωνπαράλογων
Αιτιατικήπαράλογουςπαράλογεςπαράλογα
Κλητικήπαράλογοιπαράλογεςπαράλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →