παράμετρος
•
- καθένα από τα επί μέρους στοιχεία, τους συντελεστές, τους παράγοντες που προσδιορίζουν, επηρεάζουν ή διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά ή τη συμπεριφορά ενός ζητήματος Βικιλεξικό
- πληροφορικήη τυπική παράμετρος, αλλά μερικές φορές εκ παραδρομής χρησιμοποιείται και για την πραγματική παράμετρο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράμετρος < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παράμετρος < γαλλική paramètre (αρσενικό) < para- (παρα-) + -mètre (-μετρος) < αρχαία ελληνική μέτρ(ον) -ος, θηλυκό όπως η περίμετρος, η διάμετρος. Σημασιολογική επιρροή και από την αγγλική parameter. Μορφολογικά αναλύεται σε παρά- + -μετρος.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράμετρος | παράμετροι |
| Γενική | παράμετρου / παραμέτρου | παράμετρων / παραμέτρων |
| Αιτιατική | παράμετρο | παράμετρους / παραμέτρους |
| Κλητική | παράμετρε / παράμετρο | παράμετροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →