Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράνους

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοπαρανοϊκός, παράφρων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράνους < αρχαία ελληνική παράνους / παράνοος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράνουςπαράνουςπαράνουν
Γενικήπαράνου—παράνου
Αιτιατικήπαράνου—παράνουν
Κλητικήπαράνους—παράνουν

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπαράνοες—παράνοα
Γενικήπαρανόων—παρανόων
Αιτιατικήπαράνοες—παράνοα
Κλητικήπαράνοες—παράνοα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →