παράξυλο
•
- ναυτικός όροςμαλακό ξύλο που προσαρμόζεται πάνω σε άλλο ξύλο ή κάποιο αντικείμενο για ν' αποφεύγεται η τριβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
παράξυλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα παράξυλον (μαρτυρείται από το 1858) παρά- + ξύλο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | παράξυλο | παράξυλα |
| Γενική | παράξυλου | παράξυλων |
| Αιτιατική | παράξυλο | παράξυλα |
| Κλητική | παράξυλο | παράξυλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →