Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

παράπλους

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ναυτικός όροςο πλους γύρω από κάποια περιοχή, συνηθέστερα ξηράς, π.χ. χερσόνησο, νήσο, αρχιπέλαγο ή ακόμα και ήπειρο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

παράπλους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική παράπλους (παράπλοος) < παρά + πλοῦς (πλόος). Συγχρονικά αναλύεται σε παρά- + πλους< παρά + πλέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπαράπλουςπαράπλοι
Γενικήπαράπλουπαράπλων
Αιτιατικήπαράπλου / παράπλουνπαράπλους
Κλητικήπαράπλουπαράπλοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →